Βρίσκεστε εδώ:Αρχική>>Ιστορίες

Ιστορίες

11.05.2014 | 22:20

Aπό το Καραντί

Πόσο διαρκεί ένα σ' αγαπώ; φώναζες τότε στη μέση της Σταδίου, εγώ έτρεχα ζιγκ ζαγκ στη μέση του δρόμου, η τιράντα από το κόκκινο φόρεμα έφευγε λίγο απ' τη θέση της, ξημέρωμα στη Θεσσαλονίκη, τσακωμός, οι φωνές σου ακόμα αντηχούν στα αυτιά μου, σαν να μου είχε κοπεί η φωνή, ήθελα να σου φωνάξω, ρε μαλάκα που πας; μη φεύγεις ήθελα να σου φωνάξω, ήθελα, απ' το στόμα μου έτρεχαν δάκρυα, απ΄τα μάτια μου άμμος, ένα μήνα πριν τα πόδια μας μπερδεμένα κάτω απ' τα σεντόνια, σαν κάτι κλαδιά που μεγαλώνουν σαν πλεκτή κοτσίδα, έμεινα εκεί στην προβλήτα να κοιτάζω τη θάλασσα, έφυγες, ήθελα να γίνω αστροναύτης όπως ονειρευόμουνα μικρή, να σας βλέπω όλους από ψηλά, να 'σαι κι εσύ τόσο μικρός που να μπορώ να σε λιώσω με το δάχτυλό μου, κι εγώ να είμαι καμηλοπάρδαλη, να 'ναι τα πόδια μου τόσο ψηλά να μη με φτάνεις, κι ύστερα σ' εκείνον τον επιτάφιο στη Ρώμη δεν μου πέρασες καθόλου απ' τη σκέψη, δεν υπήρχες καν στη ζωή μου, και ζούσα ρε, μα πώς ζούσα;

11.05.2014 | 21:59

 «Να σκεφτούμε λίγο τη συμβολική του ονόματος: Ας φανταστούμε μια εικόνα. Μητέρα και κόρη βαδίζουν στο δρόμο  και κάποια στιγμή ακούγεται μια  φωνή: κάποιος φωνάζει το όνομα τους.  

24.04.2014 | 13:20

Όπως κάνουν όλα τα ζώα δηλαδή, θα τρώμε, θα γαμάμε και θα πεθαίνουμε νέοι. Στα 200 χιλιάδες χρόνια που υπάρχουμε έχουμε προσπαθήσει να μην είμαστε ζώα τα τελευταία 10 χιλιάδες και πραγματικά δεν φαίνεται να έχει δουλέψει καλά. Δηλαδή αν αφαιρέσεις τα κοκτέιλ, τα λολ, τα κινητά, το χύσιμο στο στήθος ή στο στόμα, τα McDonalds, το κάπνισμα, δεν μένουν και πολλά πράγματα που σε διαφοροποιούν από τα ζώα. Εγώ προσωπικά δεν έχω εντυπωσιαστεί.

22.04.2014 | 14:22

Από το TheThreeWishes's

Καθόταν δίπλα μου στο θρανίο στα Αγγλικά. Την έλεγαν Τένα, εκ του Παρθένα. Λαϊκή οικογένεια, το σπίτι τους δυο βήματα απ’ το δικό μας. Ήταν ένα χρόνο μεγαλύτερή μου – εγώ έξι κι εκείνη επτά – και κάπως αυταρχική. Την θαύμαζα που ήξερε να γράφει μερικές λέξεις πάρα πάνω από μένα, αλλά και την φοβόμουν λίγο, επειδή είχε πάντα τον τρόπο να με κάνει να νιώθω τη διαφορά ηλικίας ανάμεσά μας ως αξεπέραστο εμπόδιo για ο,τιδήποτε άλλο μας αφορούσε.

18.04.2014 | 19:13

Γράφει ο Αθήναιος

Αν ο θάνατος αφορά αυτούς που μένουν, τότε πρέπει να παραδεχτούμε πως η απώλεια είναι μια πολύ βολική κατάσταση. Είναι σαν εκείνα τα ντουλάπια των γερμανικών παραμυθιών το μέγεθος  των οποίων αυξομειώνεται ανάλογα με τις βαθύτερες επιθυμίες και τις ανάγκες των κατόχων τους.

27.03.2014 | 16:11

του Kospanti

Θυμάμαι κείνα τα χρόνια που η άνοιξη δεν ήταν τεχνητή. Παιδί θα ‘μουν τότε ακόμα που την αντιλαμβανόμουν στο έμπα της, καθώς με νάρκωνε απ’ την πρώτη κιόλας μέρα με ένα γαργάλημα από άρωμα νεράντζι στα ρουθούνια. Έπαιρνα σεντόνια και μαξιλάρες, χαρτόκουτα, σκουπόξυλα, ό,τι άλλο μου βρισκόταν και έστήνα πρόχειρα αντίσκηνα στην αυλή του σπιτιού μου. Αγκάλιαζα το ραδιόφωνο, χάιδευα ένα φακό. Περνούσα τη νύχτα εκεί, κάτω απ’ τα αστέρια και κάτω απ’ το αντίσκηνο, ολότελα μέσα στις μυρωδιές του άνθους νεραντζιάς. Τώρα εγώ είμαι νεκρός από χρόνια κι η άνοιξη πουλιέται κι αγοράζεται στα ακριβά πολυκαταστήματα και στις κλειστές λέσχες των πλουσίων.

26.03.2014 | 14:15

του Silentcrossing

Τα βράδια της άνοιξης πίνω κόκκινο κρασί. Κρατάω γερά το μπουκάλι, βγάζω τον φελλό με τα δόντια σε στυλ αμερικάνικου γουέστερν, πίνω κατευθείαν απ’ το στόμιο, με κατατρέχουν τα γεγονότα και το ηλεκτρονικό ολόγραμμα του Άδωνη, η απαίσια τσιρίδα μου πληγώνει τα αυτιά και ο σκύλος με κοιτάει με συμπόνοια. Σέρνομαι με τις παντόφλες στα μωσαϊκά, ανοίγω βαριεστημένα την τηλεόραση, παντού το ολόγραμμα, αλλάζω τα κανάλια με μανία. Στα διεθνή νέα, οι άστεγοι της Ιαπωνίας καθαρίζουν το κατεστραμμένο εργοστάσιο της Φουκοσίμα. Ένας κεφαλοκυνηγός φέρνει στους εργολάβους ανθρώπους που βρίσκει να κοιμούνται σε χαρτόνια, για λιγότερο από χίλιες λίρες το κεφάλι. «Δεν κάνω ερωτήσεις. Δεν είναι αυτή η δουλειά μου. Απλά τους βρίσκω, τους στέλνω να δουλέψουν και παίρνω τα λεφτά μου, αυτό είναι όλο» δήλωσε στο Reuters.

26.03.2014 | 13:42

του kapakapamoiri

Εντάξει. Φύγε. Όλοι – καλά,όχι εσύ- μπορεί να φύγουμε μια μέρα. Εδώ άλλοι φεύγαν σωρηδόν πριν εκατό και πριν πενήντα χρόνια, περνάγαν Ατλαντικούς, βλέπαν την ανατολή καταμεσής σε Ινδικούς, ανεβοκατεβαίναν σε τρένα, οδηγούσαν με την τσίμπλα το μάτι σε κοτζάμ Γιουγκοσλαβίες. Δεν είναι δα και τραγικό. Τόσοι και τόσοι φύγαν (ή δεν γυρίσαν καν), ρώτα τους έναν προς έναν, μια χαρά είναι όλοι. Τίποτε δεν είναι ανεπανόρθωτο αφού μπορείς να ξανάρθεις. Και να μη ξανάρθεις όμως, άμα δεν έχεις -ή δεν λαχταράς- να δεις κανέναν (ή κάτι, έστω) εδώ, πάλι εντάξει είναι. Όπου γης πατρίς και τα σχετικά, τα μάθαμε. Καλά, σύμφωνοι, και τα home is where the heart is, κι αυτά τα μελωμένα τα μάθαμε. Παιδιά του κόσμου, έτσι κοροϊδευόμαστε πως ήμασταν οι σαραντακάμποσα και οι πενηνταφεύγα, σιγά μη χολοσκάσουμε για πέντε, δέκα, δεκαπέντε χρόνια, μια ζωή έξω. Είτε παιδιά αφήσεις πίσω, είτε φύγουν μαζί σου, είτε τα πας στο αεροδρόμιο και μένεις πίσω εσύ, είτε δεν υπάρχουν παιδιά στην εξίσωση, σιγά τον πόνο. Σήμερα είναι αλλιώς.

23.03.2014 | 14:36

του kapakapamoiri

Δεν θυμάμαι ποιο καλοκαίρι ήταν όταν επιστρέφοντας απ’ τη δουλειά -αργά το απόγευμα- σταμάτησα στο μανάβικο να πάρω λίγα ροδάκινα. Αυτά ορέχτηκα εκείνη την ώρα, αυτά πήρα.

Πλήρωσα κι έφευγα όταν η μύτη μου ψυχοπιάστηκε, πλάι στην πόρτα. Ένα καφάσι γεμάτο πιπέρια πράσινα, με τρεις όλες κι όλες ντομάτες στην κορυφή. Που μοιάζαν αληθινές ντομάτες, όχι σκέτο ζουμί και σπόρια σκεπασμένα με κόκκινη φλούδα. Τις έπιασα μια μια, φοβήθηκα ότι ήταν τέτοιας λογής το άγγιγμα που αν μ’ έβλεπε κανείς θα κουνούσε το κεφάλι του υποτιμητικά, για την κατάντια κάποιων αρσενικών που χαϊδεύονται ξεδιάντροπα με ντομάτες αδιαφορώντας για τα βλέμματα τριγύρω.

14.03.2014 | 13:18

του kapakapamoiri

Συνήθιζα -κάποτε- να διαβάζω πλάι στη θάλασσα, ανάμεσα σε βουτιές, τσιγάρα, γέλια και μπίρες. Γι αυτό όλες οι σελίδες μυρίζαν αντηλιακά, στάχτες, ζέστη και ξεθυμασμένο αφρό. Για σελιδοδείκτες είχαν άμμο. Σπάνια βότσαλα, γινόταν ασήκωτο το βιβλίο μετά και έπρεπε να το αφήσω πίσω..

 

 

stenos pccom

xrysafi400

pantelaroudis