Η βραδιά είχε προαναγγελθεί ως μεγάλο γεγονός για το νησί. Λίγα λεπτά αργότερα, όμως, η αίθουσα είχε μετατραπεί σε πύρινη παγίδα. Πενήντα οκτώ άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, ανάμεσά τους δέκα παιδιά, και περισσότεροι από εκατό τραυματίστηκαν στη μεγαλύτερη τραγωδία που γνώρισε ποτέ η Λήμνος.
Σε παλαιότερη συνέντευξή του στη Δέσποινα Βασιλειάδου και στον FM 100, ο Λημνιός συγγραφέας και ερευνητής Αριστείδης Τσοτρούδης είχε ξεδιπλώσει λεπτό προς λεπτό το χρονικό της τραγωδίας, φωτίζοντας τα γεγονότα που προηγήθηκαν, τις συνθήκες μέσα στην αίθουσα, τις ευθύνες και όσα ακολούθησαν. Η πολυετής έρευνά του, βασισμένη σε μαρτυρίες επιζώντων, δημοσιεύματα του Τύπου και δικαστικά στοιχεία, αποτυπώθηκε στο βιβλίο του «Η μεγάλη συμφορά της Λήμνου – 9/9/1939, ώρα 9 μ.μ.», το οποίο αποτελεί την πληρέστερη καταγραφή της μοιραίας εκείνης νύχτας.
Η Λήμνος περίμενε τον ομιλούντα κινηματογράφο
Στις 6 Σεπτεμβρίου 1939 έφτασαν στη Λήμνο από τη Λέσβο ο Ρήγας Λεμονόπουλος, πράκτορας εφημερίδων και περιοδεύων κινηματογραφικός επιχειρηματίας, μαζί με τον χειριστή κινηματογραφικών μηχανών Ονίκ.
Ο Λεμονόπουλος είχε προμηθευτεί από την Αθήνα ένα παλαιού τύπου μηχάνημα ομιλούντος κινηματογράφου και σχεδίαζε να πραγματοποιήσει σειρά προβολών στο νησί.
Η αγορά της Μύρινας γέμισε με κίτρινες αφίσες και μαύρα γράμματα:
«Σπεύσατε να απολαύσετε τον ομιλούντα κινηματογράφο».
Οι κάτοικοι γνώριζαν ήδη τον βουβό κινηματογράφο. Από τον Νοέμβριο του 1931 είχαν πραγματοποιηθεί προβολές στον ίδιο χώρο, οι οποίες σταμάτησαν το 1936. Εκείνο που επρόκειτο να συμβεί στις 9 Σεπτεμβρίου 1939 ήταν εντελώς διαφορετικό: για πρώτη φορά στη Λήμνο, η κινούμενη εικόνα θα συνοδευόταν από φωνές και μουσική.
Η ταινία που επιλέχθηκε ήταν το γερμανικό μουσικό δράμα «Ave Maria» του 1936, με πρωταγωνιστές τον Ιταλό τενόρο Beniamino Gigli και τη Γερμανίδα ηθοποιό Käthe von Nagy.
Ένα τέμενος που μετατράπηκε σε χώρο ψυχαγωγίας
Η προβολή θα γινόταν στο «Νέον Κέντρον», μέσα στην αγορά της Μύρινας. Το κτίριο δεν είχε κατασκευαστεί ως κινηματογράφος. Ήταν το παλιό οθωμανικό τέμενος της Αγοράς, το οποίο είχε περιέλθει στο Ελληνικό Δημόσιο.
Η ανάγκη για έναν νέο χώρο ψυχαγωγίας είχε προκύψει μετά την καταστροφή της περίφημης «Παράγκας» στον Ρωμαίικο Γιαλό. Επρόκειτο για μία ξύλινη εκκλησία που είχαν αφήσει οι σύμμαχοι μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και είχε μετατραπεί σε λέσχη με θέατρο, μπιλιάρδα και χώρους αναψυχής. Στις 23 Ιανουαρίου 1927 η «Παράγκα» κάηκε ολοσχερώς.
Την ίδια χρονιά, εμπορική εταιρεία με επικεφαλής τον επιχειρηματία Θεόδωρο Καλφόπουλο νοίκιασε το παλιό τέμενος. Ο μιναρές κατεδαφίστηκε, έγιναν επισκευές και τα Χριστούγεννα του 1927 άνοιξε τις πόρτες του το «Νέον Κέντρον».
Αρχικά λειτούργησε ως λέσχη και χώρος διασκέδασης. Αργότερα φιλοξένησε και κινηματογραφικές προβολές, χωρίς όμως να διαθέτει τις υποδομές μιας κανονικής κινηματογραφικής αίθουσας.
Η καμπίνα προβολής ήταν ένα μικρό δωμάτιο δίπλα στον βόρειο τοίχο. Οι τοίχοι της είχαν κατασκευαστεί από καδρόνια και ξύλινες τάβλες και η στέγη από αυλακωτή λαμαρίνα. Στο κτίριο υπήρχαν ακόμη ξύλινος σκελετός, μπαγδατί και επιφάνειες καλυμμένες με λαδομπογιά.
Αρκετά παράθυρα είχαν κλειστεί με λαμαρίνες, ώστε να εμποδίζονται όσοι επιχειρούσαν να παρακολουθήσουν χωρίς εισιτήριο. Η αίθουσα διέθετε μία βασική έξοδο, η πόρτα της οποίας άνοιγε προς τα μέσα.
Η άδεια που αρχικά απορρίφθηκε
Ο διοικητής της Υποδιοίκησης Χωροφυλακής, μοίραρχος Κωνσταντίνος Ζούβας, αρνήθηκε αρχικά να επιτρέψει την προβολή, κρίνοντας ότι ο χώρος δεν πληρούσε τις απαιτούμενες προϋποθέσεις.
Ο Ρήγας Λεμονόπουλος ήταν έτοιμος να εγκαταλείψει την προσπάθεια και να επιστρέψει στη Λέσβο. Σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές, τρεις γυναίκες της επιφανούς κοινωνίας του Κάστρου πήραν τότε τον φάκελο με τα δικαιολογητικά και συνάντησαν τον Ζούβα στα Θέρμα, όπου βρισκόταν μαζί με τη σύζυγό του.
Ύστερα από την παρέμβασή τους, ο μοίραρχος υπέγραψε την άδεια.
Ο έπαρχος της Λήμνου Γεώργιος Σάλμας και ο πρόεδρος της Κοινότητας Κάστρου Νικόλαος Φραγκούλης, ο οποίος είχε την ευθύνη της πυροσβεστικής εποπτείας, φέρονται να μην είχαν ερωτηθεί.
Η προβολή μπορούσε πλέον να πραγματοποιηθεί. Στην αίθουσα τοποθετήθηκαν περίπου 200 ψάθινες καρέκλες, οι οποίες καταλήφθηκαν όλες, ενώ αρκετοί άνθρωποι έμειναν όρθιοι.
Στο κοινό βρίσκονταν ο έπαρχος με τη σύζυγό του, γιατροί, έμποροι, στρατιωτικοί, οικογένειες και μικρά παιδιά.
Τα φώτα έσβησαν στις 9 το βράδυ
Η προβολή άρχισε με τα επίκαιρα της Fox Movietone News. Για πρώτη φορά, οι θεατές στη Λήμνο δεν έβλεπαν μόνο τις εικόνες, αλλά άκουγαν και τις φωνές που τις συνόδευαν.
Ακολούθησε το «Ave Maria».
Σύντομα, ωστόσο, εμφανίστηκαν τεχνικά προβλήματα. Η εικόνα δεν προβαλλόταν σωστά στην οθόνη. Έπεφτε λοξά, ενώ ένα μέρος της φαινόταν στον πλαϊνό τοίχο.
Δεκαπέντε με είκοσι λεπτά μετά την έναρξη, η ταινία κόπηκε. Τα φώτα άναψαν και οι θεατές άρχισαν να διαμαρτύρονται για την ποιότητα και την προχειρότητα της προβολής.
Έγινε προσπάθεια να συνεχιστεί η ταινία. Τα φώτα έσβησαν, άναψαν ξανά και τότε μια μεγάλη λάμψη φάνηκε μέσα από την πόρτα και το άνοιγμα της καμπίνας.
«Φωτιά», φώναξε κάποιος.
«Δεν είναι τίποτα», ακούστηκε μια άλλη φωνή.
Η φωτιά, όμως, είχε ήδη περάσει στην αίθουσα.
Η αίθουσα μετατράπηκε σε πύρινη παγίδα
Οι κινηματογραφικές ταινίες της εποχής ήταν κατασκευασμένες από νιτρική κυτταρίνη, ένα εξαιρετικά εύφλεκτο υλικό. Μέσα στην καμπίνα βρίσκονταν πολλές κόπιες, ορισμένες ξετυλιγμένες στο πάτωμα.
Ο δυνατός βοριάς που φυσούσε εκείνο το βράδυ μπήκε από την ανοιχτή βόρεια πόρτα της καμπίνας, φούντωσε τη φωτιά και έσπρωξε τις φλόγες προς την αίθουσα.
Τα ξύλα, τα καδρόνια, το μπαγδατί και οι λαδομπογιές άρπαξαν αμέσως. Οι θεατές σηκώθηκαν ταυτόχρονα και κινήθηκαν προς τη μοναδική έξοδο.
Η πόρτα, όμως, άνοιγε προς τα μέσα. Η πίεση του πλήθους την κρατούσε κλειστή. Τα παράθυρα, από τα οποία θα μπορούσαν να διαφύγουν δεκάδες άνθρωποι, ήταν καρφωμένα και καλυμμένα με λαμαρίνες.
Ο Λεμονόπουλος και ο Ονίκ, παρότι είχαν πιάσει φωτιά, κατάφεραν να βγουν από την εξωτερική πόρτα της καμπίνας. Οι περισσότεροι θεατές δεν είχαν αντίστοιχη δίοδο διαφυγής.
Μέσα σε περίπου δέκα λεπτά, η στέγη και τμήματα των τοίχων κατέρρευσαν.
Η προσπάθεια διάσωσης
Λίγα μέτρα μακρύτερα, σε γειτονικό κατάστημα, άνδρες άκουγαν από το BBC τις εξελίξεις του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο οποίος είχε αρχίσει οκτώ ημέρες νωρίτερα. Μόλις αντιλήφθηκαν τη φωτιά, έτρεξαν να βοηθήσουν.
Ο 32χρονος τότε λιμενάρχης Λήμνου Ιωάννης Αρβανιτάκης πήρε την πυροσβεστική αντλία της Κοινότητας, μία τροχήλατη τουλούμπα που λειτουργούσε με χειροκίνητη τραμπάλα, και άρχισε να ρίχνει νερό. Η άντληση γινόταν από τον Ρωμαίικο Γιαλό.
Η επέμβαση περιόρισε τη φωτιά και απέτρεψε την επέκτασή της στα
γειτονικά καταστήματα. Για τους ανθρώπους που είχαν εγκλωβιστεί στο εσωτερικό, όμως, ο χρόνος είχε ήδη τελειώσει!
Ο απολογισμός της μεγάλης συμφοράς
Από τα αποκαΐδια ανασύρθηκαν 43 νεκροί. Περισσότεροι από 100 άνθρωποι τραυματίστηκαν, πολλοί με βαρύτατα εγκαύματα. Αρκετοί μεταφέρθηκαν για νοσηλεία στη Λέσβο, όμως ακόμη 15 υπέκυψαν αργότερα στα τραύματά τους.
Σύμφωνα με την έρευνα του συγγραφέα και μελετητή της ιστορίας της Λήμνου Αριστείδη Τσοτρούδη, ο τελικός απολογισμός ήταν 58 νεκροί, ανάμεσά τους δέκα παιδιά.
Σε ορισμένα δημοσιεύματα αναφέρεται ο αριθμός 63, ενώ στη μαρμάρινη επιγραφή που βρίσκεται σήμερα στο σημείο αναγράφονται 57 ονόματα. Η πλέον τεκμηριωμένη καταγραφή, ωστόσο, είναι εκείνη των 58 θυμάτων: 43 άνθρωποι που ανασύρθηκαν νεκροί και 15 τραυματίες που κατέληξαν αργότερα.
Ανάμεσα στους νεκρούς ήταν και ο έπαρχος της Λήμνου Γεώργιος Σάλμας.
Η καταστροφή δεν άφησε πίσω της μόνο τους νεκρούς. Πολλοί από τους ανθρώπους που σώθηκαν έζησαν με βαριά εγκαύματα, μόνιμες βλάβες και τη μνήμη όσων είχαν συμβεί μέσα στην αίθουσα.
Οι δίκες και οι ποινές
Η πρώτη δίκη για την τραγωδία πραγματοποιήθηκε στις 7 Φεβρουαρίου 1940 στο Πλημμελειοδικείο Μυτιλήνης. Οι κατηγορίες αφορούσαν ανθρωποκτονίες και τραυματισμούς από αμέλεια, καθώς και υλικές φθορές.
Μετά την έφεση, το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου καταδίκασε τον Ρήγα Λεμονόπουλο σε φυλάκιση 20 μηνών, τον Θεόδωρο Καλφόπουλο σε 12 μήνες, τον μοίραρχο Κωνσταντίνο Ζούβα σε 18 μήνες και τον ανθυπασπιστή Αθανασίου σε 15 μήνες. Ο χειριστής Ονίκ και ο Γρηγόριος Γιουβαλάκης αθωώθηκαν.
Οι ποινές ουσιαστικά δεν εκτίθηκαν. Λίγους μήνες αργότερα ξέσπασε ο ελληνοϊταλικός πόλεμος. Ο Ζούβας αποφυλακίστηκε τον Νοέμβριο του 1940, επέστρεψε στην υπηρεσία και αποστρατεύτηκε το 1959 με τον βαθμό του ταξιάρχου της Χωροφυλακής.
Στον χώρο της τραγωδίας ανεγέρθηκε το 1988 μικρός ναός στη μνήμη των θυμάτων. Η μαρμάρινη επιγραφή με τα ονόματά τους παραμένει μέχρι σήμερα μέσα στην αγορά της Μύρινας.
Ογδόντα επτά χρόνια μετά, η 9η Σεπτεμβρίου 1939 παραμένει η σκοτεινότερη ημερομηνία στη νεότερη ιστορία της Λήμνου!
Μία τραγωδία η οποία σαφώς δεν αποδίδεται μόνο στην ανάφλεξη!
Ο χώρος είχε κριθεί ακατάλληλος, η άδεια είχε αρχικά απορριφθεί, τα παράθυρα ήταν σφραγισμένα και η μοναδική έξοδος άνοιγε προς τα μέσα….
Κι όμως, εκείνο το βράδυ, η προβολή ξεκίνησε...

























