Ήταν μια βροχερή ημέρα της Αποκριάς, όταν τρεις κεχαγιάδες (κτηνοτρόφοι) ξεκίνησαν από τις μάντρες τους με προορισμό το χωριό. Μαζί τους μετέφεραν με τα γαϊδουράκια τους το γάλα της ημέρας για τις γιορτινές ανάγκες των οικογενειών τους. Παρά την ψιλή βροχή, τίποτα δεν προμήνυε την καταστροφή, καθώς η κοίτη του ποταμού Ραγκαβά ήταν εντελώς στεγνή.
Καθώς πλησίαζαν στο σημείο για να περάσουν απέναντι, ένα απότομο και εκκωφαντικό βουητό διέκοψε την ησυχία. Το ποτάμι είχε «κατεβάσει» τεράστιες ποσότητες νερού με ορμή που παρέσυρε τα πάντα στο πέρασμά της.
Ενώ οι δύο από τους τρεις κτηνοτρόφους πρόλαβαν να περάσουν απέναντι με ασφάλεια, ο τρίτος της παρέας, ονόματι Μολυβός, δεν στάθηκε το ίδιο τυχερός. Μια τυχαία στάση του ζώου του στη μέση της διαδρομής στάθηκε μοιραία. Πριν προλάβει να αντιδράσει, το ορμητικό κύμα του ποταμού παρέσυρε τον άνθρωπο και το γαϊδουράκι του.
Η κατάληξη ήταν τραγική. Το άτυχο ζώο εντοπίστηκε λίγα μέτρα πιο κάτω, ενώ το σώμα του Μολυβού βρέθηκε μέρες αργότερα, ξεβρασμένο από τα νερά στην περιοχή του Αγίου Γιάννη, στο αυλάκι.
Από εκείνη τη μαύρη Αποκριά του 1928 και μετά, το σημείο εκείνο στη Λαγκάδα ονομάστηκε «Του Μολυβού ο λάκος», μένοντας ζωντανό στη μνήμη των συγχωριανών του ως φόρος τιμής στον άτυχο κεχαγιά. Η ιστορία, όπως μεταφέρθηκε από τη γιαγιά στην εγγονή (Ράνια Γιαλούρη), παραμένει ένα αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορικής μνήμης του Κάσπακα, θυμίζοντας τη δύναμη των στοιχείων της φύσης.
Η ιστορία βασίζεται στη μαρτυρία της Ράνιας Γιαλούρη, με αφορμή τη φωτογραφική καταγραφή του Σταύρου Κωτσίδημου.

























