Η προώθηση της «Ασπίδας του Αχιλλέα», οι ελληνικές προμήθειες ισραηλινών οπλικών συστημάτων και συνολικά η ενίσχυση της αμυντικής σχέσης Αθήνας–Τελ Αβίβ προκαλούν εμφανή ενόχληση στην Τουρκία και αποτελούν πλέον μέρος του τρόπου με τον οποίο η Άγκυρα αντιμετωπίζει τις εξελίξεις στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, η επαναφορά με ένταση του ζητήματος της αποστρατιωτικοποίησης των ελληνικών νησιών, οι προειδοποιήσεις μετά την επίσκεψη του Κυριάκου Μητσοτάκη στο Καστελόριζο και η δημοσιότητα που πήρε η μεταφορά της 51ης Ταξιαρχίας Καταδρομών στα Σώκια, απέναντι από τη Σάμο, αντιμετωπίζονται στην Αθήνα ως κομμάτια της ίδιας περιόδου όξυνσης. Χωρίς να θεωρείται ότι όλα συνδέονται μεταξύ τους ή ότι αποτελούν μέρος ενός ενιαίου τουρκικού σχεδίου, η χρονική τους σύμπτωση δείχνει ότι το κλίμα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις έχει αλλάξει αισθητά.
Η ελληνική πλευρά δεν βλέπει, πάντως, μέχρι στιγμής προετοιμασία για άμεση κλιμάκωση στο πεδίο. Η ένταση παραμένει κατά κύριο λόγο πολιτική, διπλωματική και ρητορική, χωρίς την εικόνα του 2020 με πολεμικά πλοία και ερευνητικά σκάφη επί εβδομάδες στην Ανατολική Μεσόγειο. Δεν αποκλείεται, παράλληλα, μέρος των υψηλών τόνων της τουρκικής πλευράς να απευθύνεται και στο εσωτερικό ακροατήριο.
Από το Καστελόριζο στην αποστρατιωτικοποίηση
Το τελευταίο επεισόδιο ήρθε με αφορμή την επίσκεψη του Κυριάκου Μητσοτάκη στο Καστελόριζο. Μετά τις αντιδράσεις του τουρκικού Τύπου, τη σκυτάλη πήρε επισήμως χθες το τουρκικό υπουργείο Άμυνας. Στην εβδομαδιαία ενημέρωσή του ανέφερε ότι η επίσκεψη του Έλληνα πρωθυπουργού «παρακολουθήθηκε στενά» και επανέφερε την τουρκική θέση περί μη στρατιωτικού καθεστώτος του νησιού, προειδοποιώντας ότι προσπάθειες δημιουργίας «de facto κατάστασης» δεν θα γίνουν αποδεκτές από την Τουρκία.
Η αποστρατιωτικοποίηση των νησιών βρίσκεται έτσι ξανά στην πρώτη γραμμή. Ο Χακάν Φιντάν δεν περιορίστηκε στην επανάληψη της γνωστής τουρκικής θέσης, αλλά χαρακτήρισε τη στρατιωτική παρουσία στα ελληνικά νησιά «απειλή» για την Τουρκία, καλώντας την Αθήνα να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που, κατά την Άγκυρα, απορρέουν από τις διεθνείς συνθήκες. Η χθεσινή παρέμβαση του τουρκικού υπουργείου Άμυνας για το Καστελόριζο έδωσε πλέον και επίσημη συνέχεια σε αυτή τη γραμμή.
Η Αθήνα απέρριψε κατηγορηματικά τις αιτιάσεις της Άγκυρας. Ο εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών, Παναγιώτης Γιαννακούλιας, ξεκαθάρισε ότι οι επαναλαμβανόμενες τουρκικές θέσεις περί αποστρατιωτικοποίησης στερούνται, κατά την ελληνική θέση, νομικού ερείσματος στο Διεθνές Δίκαιο και υπενθύμισε ότι η Ελλάδα έχει το αναφαίρετο δικαίωμα να λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για τη νόμιμη άμυνά της. Χαρακτήρισε, μάλιστα, «αστήρικτη» και «οξύμωρη» την παρουσίαση της αμυντικής θωράκισης ελληνικού εδάφους ως απειλής, παραπέμποντας και στο casus belli που εξακολουθεί να διατηρεί η Τουρκία.
Στην ίδια γραμμή κινήθηκε χθες και ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Μιλώντας στην ΕΡΤ, υπογράμμισε ότι η Ελλάδα «δεν απειλεί κανέναν» αλλά ταυτόχρονα δεν δέχεται «και κανείς να μας απειλεί», ενώ επέμεινε στη χρησιμότητα των ανοικτών διαύλων επικοινωνίας με την Άγκυρα. Η Διακήρυξη των Αθηνών, άλλωστε, δεν εξαφάνισε τις διαφορές ούτε τις πάγιες τουρκικές θέσεις. Δημιούργησε ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο οι δύο πλευρές μπορούν να διαχειρίζονται τις εντάσεις χωρίς αυτές να μεταφέρονται αυτομάτως στο πεδίο.
Ιδιαίτερη σημασία έχει, πάντως, η διάκριση που επιχείρησε χθες ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανάμεσα στην έντονη ρητορική που καταγράφεται στον τουρκικό Τύπο και στις επίσημες θέσεις της Άγκυρας. «Ας κάνουμε μία διάκριση μεταξύ αυτών που λέγονται πολλές φορές στα μέσα μαζικής ενημέρωσης της Τουρκίας και στις επίσημες τοποθετήσεις των Τούρκων αξιωματούχων», ανέφερε στην ΕΡΤ. Αναγνώρισε, πάντως, ότι τους τελευταίους μήνες υπάρχει «μια σχετική επιδείνωση στη ρητορική» από την Τουρκία, σημειώνοντας χαρακτηριστικά ότι αυτή τη στιγμή η θάλασσα φαίνεται να «αγριεύει». Η τοποθέτηση αυτή αποτυπώνει και τον τρόπο με τον οποίο η Αθήνα επιχειρεί να διαβάσει την παρούσα φάση: χωρίς να υποβαθμίζει την επαναφορά των τουρκικών διεκδικήσεων, αλλά και χωρίς να αντιμετωπίζει κάθε δημοσίευμα ή υψηλό τόνο στον τουρκικό Τύπο ως επίσημη κίνηση της Άγκυρας.
Παράλληλα, στο τραπέζι παραμένουν η «Γαλάζια Πατρίδα», οι θαλάσσιες ζώνες, τα ελληνικά θαλάσσια πάρκα και ο Great Sea Interconnector. Πρόκειται για διαφορετικά ζητήματα, τα οποία όμως η Άγκυρα επιχειρεί ολοένα συχνότερα να εντάξει σε ένα ευρύτερο αφήγημα γύρω από τις ελληνικές κινήσεις στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Το Ισραήλ στη νέα εξίσωση
Εδώ βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη αλλαγή σε σχέση με προηγούμενες περιόδους ελληνοτουρκικής έντασης. Στην Άγκυρα υπάρχει εμφανής καχυποψία απέναντι στη διαρκώς στενότερη στρατηγική και αμυντική σχέση Αθήνας και Τελ Αβίβ, σε μια περίοδο κατά την οποία οι τουρκοϊσραηλινές σχέσεις βρίσκονται σε βαθιά κρίση.
Ιδιαίτερο βάρος έχει η αμυντική διάσταση αυτής της σχέσης. Οι ελληνικές προμήθειες ισραηλινών οπλικών συστημάτων, η «Ασπίδα του Αχιλλέα» και γενικότερα η ενίσχυση της στρατιωτικής συνεργασίας Αθήνας και Τελ Αβίβ αντιμετωπίζονται από την τουρκική πλευρά όχι μόνο ως ελληνικές εξοπλιστικές επιλογές, αλλά όλο και περισσότερο μέσα από το πρίσμα των νέων ισορροπιών στην Ανατολική Μεσόγειο.
Δεν πέρασε απαρατήρητη, άλλωστε, η φράση του Φιντάν ότι η Τουρκία δεν θέλει «η Ελλάδα να γίνει εργαλείο όσων θέλουν να αποσταθεροποιήσουν την περιοχή και να τη βυθίσουν στο χάος». Ο Τούρκος υπουργός δεν κατονόμασε το Ισραήλ. Η αναφορά του, ωστόσο, έγινε σε μια περίοδο κατά την οποία η Άγκυρα κατηγορεί επανειλημμένα το Τελ Αβίβ για αποσταθεροποίηση της περιοχής και διαβάστηκε στην Αθήνα ως σαφής αιχμή προς την ελληνοϊσραηλινή συνεργασία.
Η απάντηση του ελληνικού ΥΠΕΞ σε αυτό το σημείο ήταν επίσης σαφής: η Ελλάδα διαμορφώνει την εξωτερική πολιτική της «κυρίαρχα και ανεξάρτητα» και δεν ετεροκαθορίζεται, ενώ οι τουρκικοί ισχυρισμοί περί εργαλειοποίησής της με στόχο την αποσταθεροποίηση της περιοχής «ουδεμία σχέση έχουν με την πραγματικότητα».
Η 51η Ταξιαρχία απέναντι από τη Σάμο
Μέσα σε αυτό το κλίμα αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον και η μεταφορά της 51ης Ταξιαρχίας Καταδρομών από το Χοζάτ του Τούντζελι στα Σώκια του Αϊδινίου, απέναντι από τη Σάμο. Τουρκικά δημοσιεύματα ανεβάζουν τη δύναμή της περίπου στους 2.000 άνδρες, ενώ η μεταστάθμευσή της προβλήθηκε τις τελευταίες ημέρες από μέρος του τουρκικού Τύπου σε σύνδεση με την ένταση με την Ελλάδα και την ελληνοϊσραηλινή συνεργασία.
Η χρονική ακολουθία, ωστόσο, βάζει όρια σε αυτή τη σύνδεση. Το ίδιο το τουρκικό υπουργείο Άμυνας επιβεβαίωσε χθες ότι η αλλαγή έδρας της 51ης Ταξιαρχίας είχε εγκριθεί ήδη από τον περασμένο Ιούνιο, βάσει των επιχειρησιακών αναγκών των τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων. Δεν μπορεί, επομένως, να παρουσιαστεί ως απόφαση που ελήφθη ως απάντηση στην πρόσφατη επίσκεψη Μητσοτάκη στο Καστελόριζο ή σε κάποια συγκεκριμένη ελληνική κίνηση των τελευταίων ημερών.
Έχει, ωστόσο, τη δική του σημασία ότι η μετακίνηση μιας μονάδας καταδρομών από την ανατολική Τουρκία στα μικρασιατικά παράλια γίνεται γνωστή και αποκτά δημοσιότητα ακριβώς τη στιγμή που η Άγκυρα επαναφέρει με ένταση το ζήτημα της αποστρατιωτικοποίησης των ελληνικών νησιών. Στην Αθήνα η συγκεκριμένη κίνηση παρακολουθείται χωρίς να αντιμετωπίζεται, τουλάχιστον μέχρι στιγμής, ως προάγγελος μιας άμεσης επιχειρησιακής κλιμάκωσης.
Το παλιό «σύνδρομο περικύκλωσης»
Η αντίληψη αυτή δεν είναι καινούργια στην τουρκική εξωτερική πολιτική. Το λεγόμενο «σύνδρομο περικύκλωσης» αποτελεί εδώ και δεκαετίες στοιχείο της τουρκικής αντίληψης ασφαλείας: την πεποίθηση ότι περιφερειακές και μεγάλες δυνάμεις επιχειρούν να περιορίσουν γεωπολιτικά την Τουρκία και ότι η χώρα οφείλει να αποτρέψει τη δημιουργία ενός εχθρικού πλέγματος γύρω από τα σύνορά της.
Αυτό που αλλάζει σήμερα είναι ο παράγοντας που βρίσκεται στο κέντρο αυτής της καχυποψίας. Η επιδείνωση των σχέσεων Άγκυρας–Τελ Αβίβ κάνει την ελληνοϊσραηλινή συνεργασία να διαβάζεται στην Τουρκία μέσα από διαφορετικό φακό. Έτσι, ελληνικές επιλογές που η Αθήνα παρουσιάζει ως μέρος της αμυντικής της θωράκισης αποκτούν στην τουρκική ανάγνωση ευρύτερη γεωπολιτική σημασία.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο φαίνεται να συνδέεται η επαναφορά της αποστρατιωτικοποίησης με την ελληνοϊσραηλινή αμυντική συνεργασία. Η προοπτική ανάπτυξης νέων ισραηλινής προέλευσης συστημάτων αεράμυνας, αντιπυραυλικής προστασίας και επιτήρησης αντιμετωπίζεται με ιδιαίτερη καχυποψία από την Άγκυρα. Η παλιά τουρκική διεκδίκηση αποκτά έτσι ένα νέο περιφερειακό φόντο.
Ένταση, αλλά όχι –ακόμη– κρίση
Αυτό δεν σημαίνει ότι Αθήνα και Άγκυρα βρίσκονται σήμερα μπροστά σε μια νέα κρίση τύπου 2020. Οι δίαυλοι επικοινωνίας παραμένουν ανοικτοί και η ίδια η τουρκική ηγεσία, ακόμη και όταν ανεβάζει τους τόνους, εξακολουθεί να μιλά για διατήρηση του διαλόγου.
Η εικόνα που διαμορφώνεται παραπέμπει περισσότερο σε μια περίοδο ελεγχόμενης έντασης χωρίς, τουλάχιστον σε αυτή τη φάση, αντίστοιχη κλιμάκωση στο πεδίο. Η Αθήνα δεν επιθυμεί να εγκαταλείψει την πολιτική των ανοικτών διαύλων, αλλά ταυτόχρονα διαμηνύει ότι θα απαντά στις τουρκικές αμφισβητήσεις και θα συνεχίσει να ασκεί τα δικαιώματα που θεωρεί ότι απορρέουν από το Διεθνές Δίκαιο.
Υπάρχουν, ωστόσο, σημεία στα οποία η ρητορική θα μπορούσε να συναντήσει ξανά το πεδίο. Το πρώτο είναι ο GSI, όταν επανεκκινήσουν οι εργασίες για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου. Το δεύτερο αφορά τις επόμενες κινήσεις της Τουρκίας γύρω από τη «Γαλάζια Πατρίδα» και ενδεχόμενα βήματα θεσμικής κατοχύρωσης πλευρών της. Πρόκειται για ζητήματα στα οποία μια πρακτική κίνηση μπορεί να μεταφέρει την αντιπαράθεση από τις δηλώσεις και τα διπλωματικά μηνύματα ξανά στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Μέχρι τότε, το ενδιαφέρον βρίσκεται λιγότερο στο εάν επιστρέφουμε στις ημέρες του «Oruc Reis» και περισσότερο στο πόσο έχει αλλάξει το πλαίσιο μέσα στο οποίο η Άγκυρα βλέπει πλέον την Ελλάδα. Γιατί στις παλιές διαφορές του Αιγαίου έχει προστεθεί ένας παράγοντας που πριν από μερικά χρόνια δεν είχε το ίδιο βάρος: η αντιπαράθεση Τουρκίας–Ισραήλ και η υποψία της Άγκυρας ότι η Αθήνα βρίσκεται πλέον πολύ πιο κοντά στην άλλη πλευρά αυτής της περιφερειακής σύγκρουσης.
Πηγή: iefimerida.gr



























